header-ps1

ΓΡΑΜΜΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ 2810390708

Η επίδραση της κοινωνικο- οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία είναι αξιοσημείωτη. Η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία,  η υπερχρέωση και η στεγαστική αβεβαιότητα αποτελούν ενδεικτικές καταστάσεις της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας, που συντελούν στην ενίσχυση ενός γενικευμένου αισθήματος  ανασφάλειας, αβοηθησίας και αβεβαιότητας. Εν μέσω τέτοιων περιόδων έχει παρατηρηθεί το εξής «παράδοξο»: Ενώ οι απαιτήσεις σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας αυξάνονται, εξαιτίας των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, η παροχή τους μειώνεται. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τηλεφωνικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας συχνά καλούνται να καλύψουν αυτό το κενό, η απήχηση των οποίων είναι ευρεία κυρίως λόγω του χαμηλού τους κόστους, της εύκολης πρόσβασης καθώς και της διασφάλισης της ανωνυμίας. Η τηλεφωνική συνομιλία λοιπόν, λειτουργεί αφενός ως μέσο αποφόρτισης εντάσεων και αφετέρου ως κανάλι διοχέτευσης επιστημονικά έγκυρων πληροφοριών σχετικά με ζητήματα που άπτονται της ψυχικής υγείας με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ψυχοπαθολογίας που πιθανόν να αναδύεται.
 
Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα και διαπιστώνοντας την έλλειψη τέτοιου είδους υπηρεσιών στην τοπική κοινωνίας της Κρήτης, η Ο.Ε.Β.Ε.Ν.Η προέβη το 2012 στην σύσταση της Γραμμής Ψυχολογικής Υποστήριξης (2810-390708). Παρά το γεγονός πως ο αρχικός σχεδιασμός της Γραμμής αφορούσε στα μέλη της ομοσπονδίας και στις οικογένειες αυτών, στα χρόνια λειτουργίας της υπηρεσίας, αναδείχθηκε η ανάγκη εξυπηρέτησης αιτούντων υποστήριξης τόσο από της ευρύτερη κοινωνίας της Κρήτης, όσο και από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο.
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης λειτουργεί από Δευτέρα έως Παρασκευή, 10:00 – 14:00, με αστική χρέωση από σταθερά και κινητά. Στελεχώνεται από ψυχολόγο και διασφαλίζεται το απόρρητο των συνομιλιών. 
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης παρέχει: 
  • Ψυχολογική και συναισθηματική στήριξη 
  • Συμβουλευτική
  • Επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφόρηση γύρω από ζητήματα που αφορούν στην ψυχική υγεία και ασθένεια
  • Ενημέρωση και πιθανή παραπομπή σε Δημόσιες Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για περαιτέρω βοήθεια
Αρχές λειτουργίας της Γραμμής
  • Οι συνομιλίες δεν καταγράφονται και είναι εμπιστευτικές.
  • Δεν ζητείται κανένα άλλο προσωπικό στοιχείο πέρα από εκείνα που είναι απαραίτητα τόσο για την παροχή της κατάλληλης υποστήριξης, όσο και την διεξαγωγής συμπερασμάτων με σκοπό την βελτίωση των υπηρεσιών της Γραμμής
  • Ο χειρισμός των θεμάτων διέπεται πάντα από σεβασμό στην προσωπικότητα, την διαφορετικότητα και στα δικαιώματα του ανθρώπου που καλεί. 
Σε ποιους απευθύνεται;
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης απευθύνεται σε οποιονδήποτε νιώθει την ανάγκη να μιλήσει και να ζητήσει υποστήριξη για ζητήματα ψυχικής υγείας που απασχολούν τον ίδιο ή πρόσωπα του περιβάλλοντός του. 

Έφηβος - Κοινωνικοποίηση – Διαδίκτυο

Οι ομάδες συνομηλίκων είναι πρωτογενείς ομάδες κοινωνικοποίησης ,όπου φορείς κοινωνικοποίησης είναι τα ίδια τα παιδιά ή οι έφηβοι ο ένας για τον άλλο. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι οι σχέσεις που τις διέπουν δεν ρυθμίζονται από καμία θεσμοποιημένη εξουσία ,όπως συμβαίνει στην οικογένεια ,αλλά είναι σχέσεις που εγείρονται κατά την αλληλενέργεια. Ακόμη ,οποιαδήποτε εξουσία εμφανίζεται σε αυτές δεν επιβάλλεται απέξω ,αλλά εγείρεται κατά κύριο λόγο με βάση ικανότητες και δεξιότητες που εκδηλώνονται στη ζωή της ομάδα.
Η κοινωνικοποίηση στις ομάδες των συνομηλίκων εκπροσωπεί μια σταδιακή αποδέσμευση από τους γονείς, μια προοδευτική μείωση της καθοδήγησης και της εξουσίας από τους μεγάλους. Ο βαθμός όμως μιας τέτοιας αποδέσμευσης είναι συνάρτηση της ηλικίας. Στις μικρές ηλικίες οι ομάδες αυτές είναι κυρίως ομάδες παιχνιδιού στη γειτονιά και οι σχέσεις και οι αλληλενέργειες εκεί στηρίζονται σε ότι έχει μαθευτεί στην οικογένεια. Τα παιδιά μεταδίδουν το ένα στο άλλο τη γνώση ,τις αξίες ,τους κανόνες που επικρατούν στην οικογένεια και με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν το ένα στο άλλο ότι έχει μάθει καθένας σε αυτή. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη ότι οι γειτονιές στις σύγχρονες κοινωνίες τείνουν να αποτελούνται από οικογένειες με παρόμοια κοινωνικά χαρακτηριστικά ,μπορούμε να καταλάβουμε ότι σε αυτές τις ομάδες συνομηλίκων αναπαράγονται και ενισχύονται χαρακτηριστικά της οικογενειακής κοινωνικοποίησης. Όσο όμως προχωρεί η ηλικία και ,ιδιαίτερα ,όταν έλθει η εφηβεία ,οι ομάδες των συνομηλίκων αυξάνουν σημαντικά την αυτονομία τους από την οικογένεια ,επεξεργάζονται σε σημαντικό βαθμό με δικό τους τρόπο τις αξίες της κουλτούρας και δημιουργούν την λεγόμενη «κοινωνία των εφήβων», με χαρακτηριστικά κουλτούρας που μπορεί από πολλές απόψεις να διαφοροποιείται ή και να έρχεται σε αντίθεση με την κουλτούρα των μεγάλων. Καθώς μάλιστα η δύναμη της καθοδήγησης από την οικογένεια μειώνεται και οι έφηβοι έχουν εμπειρίες εντελώς νέων καταστάσεων ,οι εφηβικές ομάδες αναδεικνύονται σε πολύ δυνατές ομάδες κοινωνικοποίησης.
Η κοινωνικοποιητική δύναμη των ομάδων των συνομηλίκων είναι συνάρτηση του είδους της κοινωνίας και της φύσης της οικογένειας σε κάθε κοινωνία. Στις πιο απλές και αγροτικές κοινωνίες δεν υπήρχε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των ομάδων κοινωνικοποίησης και έτσι οι ομάδες συνομηλίκων δεν είχαν τη βαρύτητα που έχουν σήμερα. Η αστική οικογένεια είναι γενικά μικρή ,«πυρηνική» ,και οι κοινωνικές περιοχές στις οποίες συμμετέχει σχετικά περιορισμένες. Αυτό αφήνει σχετικά μεγάλα περιθώρια για την ομάδα των συνομηλίκων να εισάγει το παιδί και πολύ περισσότερο ,τον έφηβο σε περιοχές που δεν είναι σε θέση να καλύψει ,τουλάχιστον σε ικανοποιητικό βαθμό ,η οικογένεια. Ως τέτοιου είδους περιοχές μπορούμε να αναφέρουμε τις γρήγορες κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στις σύγχρονες κοινωνίες και τις συνακόλουθες αλλαγές σε αντιλήψεις ,αξίες και σχέσεις ,καθώς και τη συνεχή δημιουργία νέων θέσεων και ρόλων στην οικονομική και κοινωνική δομή για τις οποίες εξαρτάται κατά πόσο οι γονείς είναι ενήμεροι. Έτσι ,οι ομάδες συνομηλίκων μπορούν να παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση και τον προσανατολισμό προς νέες εκφάνσεις και νέες κατευθύνσεις της κοινωνικής ζωής.
Η εφηβεία χαρακτηρίζετε ως μια περίοδος αλλαγών η οποία σηματοδοτεί τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Οι εμφανείς σωματικές αλλαγές συνοδεύονται από την αναζήτηση της ταυτότητας και την ένταξη στο κοινωνικό σύνολο και τη κοινωνική πραγματικότητα. Το άγχος, η ανάγκη για κατανόηση, η δυσκολία διαμόρφωσης της ταυτότητας και η περιπλοκότητα της δημιουργίας σχέσεων δεν είναι κάτι εύκολο για τα παιδιά που περνούν την εφηβεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα στις ομάδες των εφήβων που παρατηρείται συχνά, είναι η εναντιωματική συμπεριφορά προς τους γονείς, η αποστασιοποίηση από το οικογενειακό περιβάλλον και η προσήλωση στην ομάδα συνομηλίκων, η αμφιθυμία, η ευερεθιστικότητα, τα αισθήματα θλίψης, άγχους, μοναξιάς, πλήξης, ντροπής, η ταλάντευση μεταξύ υπέρμετρα υψηλής και χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, ο πειραματισμός.
Οι παρέες που σχηματίζουν οι έφηβοι, συνήθως δημιουργούν τη δική τους «κλειστή» ομάδα που έχει κάποια κοινά πιστεύω, κοινούς κώδικες επικοινωνίας, κοινό τρόπο ντυσίματος, έχουν κοινά ενδιαφέροντα και μουσικά ακούσματα, τα οποία τους ενώνουν μεταξύ τους και τους διαχωρίζουν από τους άλλους. Χαρακτηρίζονται από πολύ έντονους συναισθηματικούς δεσμούς, και διέπονται από αυστηρά άτυπα ή και τυπικά καταστατικά συμπεριφοράς. Έχουν μια κοινή ταυτότητα για να νιώθουν πιο δυνατοί στο να αφήσουν πίσω την παιδική ηλικία, να συμβιβαστούν με την με την ανεξαρτητοποίηση από τους των γονείς τους και να δοκιμάσουν τα όριά τους. Υιοθετούν κοινό λεξιλόγιο και συμπεριφορά, μπορεί να φτάσουν μέχρι και στη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ή σε πράξεις που σε άλλη φάση της ζωής τους θα θεωρούνταν ψυχοπαθολογικές. Οι διαπροσωπικές σχέσεις με άλλους συνομήλικους για τον έφηβο ταυτίζονται με την θέση του ενήλικα που θα παίξει τον ρόλο του 'τρίτου γονέα' που θα ακούσει τον έφηβο χωρίς την συναισθηματική εμπλοκή και την αγωνία του γονιού , αποτελούν ανάγκη και είναι πολύ χρήσιμες σε ορισμένες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα δε, όταν έχει αρχίσει να φαίνεται πως ο έφηβος δεν καταφέρνει να ενσωματώσει με ευκολία τις αλλαγές: 'Κρύβει' την σεξουαλικότητά του πίσω από παραπανίσια κιλά, εμφανίζει διάφορα ψυχοσωματικά συμπτώματα, αποσύρεται ψυχικά από τις σχέσεις του με τους άλλους.
Η συντήρηση και η ανάπτυξη των φιλικών τους σχέσεων, ολοκληρώνεται και επιτυγχάνεται από την επικοινωνία τους μέσω διαδικτύου. Το διαδίκτυο, με τις απεριόριστες πιθανότητες, προσφέρει στους έφηβους μια αδιέξοδο να καλύψουν τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητα τους (σχέσεις με γονείς, ερωτικές σχέσεις, προβλήματα με το σχολείο). Έρευνες ανά τον κόσμο έχουν υποδείξει ότι η προσκόλληση με το διαδίκτυο, με στόχο την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων αποτελεί μια υπάρχουσα πραγματικότητα, η οποία εντοπίζεται κυρίως στον εφηβικό πληθυσμό. Το διαδίκτυο τους προσφέρει μια διαφυγή από την πιεστική και αγχώδη καθημερινότητα και μια ευκαιρία να κοινωνικοποιηθούν χωρίς να κινδυνεύουν από την απόρριψη, καθώς τους δίνεται η δυνατότητα να παρουσιάσουν ότι εικόνα του εαυτού τους επιθυμούν.
Οι κύριες ενασχολήσεις φαίνεται να είναι τα διαδικτυακά παιχνίδια, δίνουν τη δυνατότητα στους εφήβους να διαμορφώνουν το χαρακτήρα τους όπως επιθυμούν και να ζουν σε μια ειδυλλιακή πραγματικότητα όπου είναι ήρωες και εκτελούν ηρωικές αποστολές(αυτό μπορεί να παρατηρηθεί και σε πιο μικρές ηλικίες).
Επίσης, κοινωνικοποιούνται με το να συμμετέχουν σε ομαδικές αποστολές και έτσι αποκτούν διαδικτυακούς «φίλους» με κοινά ενδιαφέροντα
οι ιστότοποι ανταλλαγής απόψεων (blogs, forums):βρίσκουν ένα τρόπο να μοιραστούν τις ανησυχίες τους και τους προβληματισμούς τους χωρίς φόβο κριτικής και υποτίμησης
οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης (facebook, MySpace, twitter, messenger,) δίνουν τη δυνατότητα δικτυακής επικοινωνίας με φίλους, γνωστούς αλλά και τη δυνατότητα νέων γνωριμιών επίσης, μέσα σε αυτούς τους ιστότοπους οι έφηβοι προβάλλουν προσωπικά στοιχεία όπως νέα και φωτογραφίες
Τελικά, τι είναι αυτό που πρέπει να θυμάται κάθε γονέας σχετικά με τα διαδικτυακά παιχνίδια;
Tα διαδικτυακά παιχνίδια δεν είναι εγγενώς αρνητικά. O αντίκτυπος που θα έχουν στο παιδί, τον έφηβο, ακόμα και τον ενήλικα, εξαρτάται:
-από τη συνετή και υπεύθυνη χρήση,
-την ενημέρωση των οικείων του ανήλικου για αυτά και τη δυνατότητα διακριτικής παρακολούθησης που χρειάζεται.
H θέσπιση κανόνων και ορίων ορθής χρήσης και φυσικά, η σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ γονιού- παιδιού ή δάσκαλου- παιδιού είναι πολύ σημαντική. Είναι αρκετά δύσκολο να προτείνουμε πόσο ακριβώς μπορεί να έχει τη δυνατότητα να παίζει ή να ασχολείται. Τα όρια που θα εφαρμοστούν εξαρτώνται σε ένα βαθμό από τη σχέση, την επικοινωνία και την επαφή που υπάρχει μεταξύ γονιού- παιδιού .Η λύση δεν είναι η απαγόρευση της χρήσης ενός τόσο σημαντικού εργαλείου όπως το διαδίκτυο, που για τον έφηβο είναι σημαντικό στοιχείο της καθημερινότητάς του, (μέσα από αυτό χτίζει την επικοινωνία του με τους συνομηλίκους του), αλλά η εκμάθηση της σωστής χρήσης. Αν παρατηρείτε υπερβολική την ενασχόληση του παιδιού με το διαδίκτυο, ώστε να του αποσπά προσωπικό χρόνο και αν ο τρόπος επικοινωνίας και συμπεριφοράς του με τους συνομηλίκους του, δημιουργεί έντονο προβληματισμό, θεωρείται απαραίτητη η συμβουλή κάποιου ειδικού.

InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Η σημασία του παιχνιδιού στην παιδική ηλικία

 

Το παιχνίδι αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές δραστηριότητες στην αναπτυξιακή πορεία του παιδιού. Αρχίζει αυθόρμητα από τη βρεφική ηλικία και συμβάλλει στην οργάνωση του εαυτού , στη σωματική, γνωστική, ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Μέσα από το παιχνίδι το παιδί έχει την ευκαιρία να δράσει ελεύθερα, να εξερευνήσει τον υλικό κόσμο, να αναπτύξει τη γλωσσική του ικανότητα, να εκφράσει ανάγκες και συναισθήματα και να αισθανθεί ευχαρίστηση. Αποτελεί ευκαιρία για το παιδί να αναπτύξει τις ικανότητές του, να μάθει να κοινωνικοποιείται και να συνεργάζεται. Θεωρείται βασικό στοιχείο για τη θεμελίωση των καλών σχέσεων μεταξύ γονιών και παιδιών και γενικότερα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων. Μέσω του παιχνιδιού επίσης δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να εκφράσει την επιθετικότητά του σε ένα οικείο περιβάλλον χωρίς τον κίνδυνο της τιμωρίας.
Ανάλογα με το επίπεδο της γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, το παιδί έχει την ικανότητα να ανταποκρίνεται σε διαφορετικά είδη παιχνιδιού, όπως είναι το κινητικό ή διερευνητικό παιχνίδι, το συμβολικό παιχνίδι και το παιχνίδι κανόνων.
Σημαντικοί θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι παιχνίδι ξεκινάει από τους πρώτους μήνες της ζωής και παρατηρείται στην επικοινωνία μητέρας-βρέφους. Από πολύ νωρίς επιτυγχάνεται μέσω της βλεμματικής επαφής, των εκφράσεων του προσώπου, των κινήσεων και των φωνητικών ανταλλαγών στο πλαίσιο της μητρικής ομιλίας. Έτσι, στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας ικανοποιητικής αλληλεπίδρασης, τα βρέφη μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά σε παιχνίδι με τη μητέρα όχι μόνο ως αποδέκτες της μητρικής συμπεριφοράς αλλά και ως «καθοδηγητές» της, αντιδρώντας στην ποιότητα της επικοινωνίας. Αυτά τα παιχνίδια επικοινωνίας παρέχουν τη δυνατότητα στο βρέφος να νιώσει ασφαλές και συμβάλλουν στη δημιουργία δεσμού γονέα-βρέφους. Επίσης αυτές οι συμπεριφορές περιέχουν κίνητρα και συναισθήματα που ρυθμίζουν τις επαφές και τις σχέσεις με τους άλλους.
Σύμφωνα με τον J. Piaget, στο στάδιο που παρατηρείται το κινητικό και διερευνητικό παιχνίδι (από τη γέννηση έως την απόκτηση του λόγου), η συμπεριφορά του παιδιού χαρακτηρίζεται από την επιθυμία κίνησης και τη χαρά που του δίνει αυτή και από την επαφή του με τα αντικείμενα. Έτσι λοιπόν, στη αρχή παίζει με το σώμα του (κουνάει χέρια, πόδια κ. τ. λ.) και αποκτά σιγά σιγά τον έλεγχο των κινήσεων του. Στη συνέχεια μαθαίνει να κινείται στο χώρο (να μπουσουλάει) και αποκτά ευχαρίστηση μέσα από αυτό. Όσον αφορά στο παιχνίδι με τα αντικείμενα, παρατηρούνται συμπεριφορές όπου το μωρό πιάνει και βάζει στο στόμα του διάφορα αντικείμενα, πετάει κάτω ένα παιχνίδι και ο γονέας του το επιστρέφει, χτυπάει κάτι κ. τ. λ. Στη φάση αυτή, αυτός ο τρόπος παιχνιδιού προσφέρει στο παιδί τη δυνατότητα να μαθαίνει να συντονίζει τις κινήσεις του αλλά και να διερευνά τις ιδιότητες των αντικειμένων (σχήμα, βάρος, υφή κ. τ. λ.).
Στο στάδιο που παρατηρείται το συμβολικό παιχνίδι (από την απόκτηση του λόγου έως τα 6 με 7 χρόνια), τα παιδιά χρησιμοποιούν αντικείμενα όχι μόνο με τη συμβατική τους χρήση αλλά και συμβολικά, προσαρμόζοντάς τα στις ιδέες και τις ανάγκες τους. Για παράδειγμα, ένα χαρτόκουτο μπορεί να γίνει σπίτι, ένα μολύβι να γίνει κατσαβίδι κ.α. Στο στάδιο αυτό εξαιρετικά σημαντικός φαίνεται να είναι η συμπεριφορά της μίμησης. Δηλαδή, τα παιδιά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μπορεί να μιμούνται πως μιλάει ο μπαμπάς ή πως τρώει η μαμά . Χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι επίσης και η υπόδηση ρόλων. Για παράδειγμα μπορεί ένα κορίτσι να αποκτά το ρόλο της μαμάς ταΐζοντας την κούκλα της ή ένα αγόρι το ρόλου του γιατρού χρησιμοποιώντας ένα παιχνίδι-στηθοσκόπιο επάνω στον αγαπημένο του αρκούδο. Το συμβολικό παιχνίδι ικανοποιεί συναισθηματικές και νοητικές ανάγκες και είναι καθοριστικό για την κοινωνικοποίηση των παιδιών. Τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα και επιθυμίες και να δοκιμάσουν ρόλους της καθημερινής ζωής.
Στην ηλικία των 6 με 7 ετών, τα παιχνίδια αρχίζουν να αποκτούν συγκεκριμένη δομή , οργάνωση και οριοθετημένους κανόνες οι οποίοι πρέπει να γίνονται αποδεκτοί και να τηρούνται από τους συμμετέχοντες (παιχνίδια όπως το κρυφτό κ.α.). Αυτού του είδους τα παιχνίδια θα μπορούσαν να οριστούν ως μια προετοιμασία για τη ζωή, αποτελώντας μοντέλα της κοινωνικής οργάνωσης. Τα παιχνίδια αυτά είναι μια πρώιμη μορφή των κοινωνικών θεσμών γιατί παραμένουν τα ίδια όπως παραδίνονται από γενιά σε γενιά. Παρέχουν μια υπάρχουσα δομή κανόνων για τον τρόπο που πρέπει να συμπεριφέρονται τα παιδιά σε συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις. Έτσι τα παιδιά μαθαίνουν να διαχειρίζονται τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τους σε ένα κοινωνικά προσυμφωνημένο σύστημα.
Έτσι λοιπόν μέσα από το παιχνίδι το παιδί:
-Εξερευνά τον εαυτό του και τις ικανότητές του,
-Διερευνά τον πραγματικό κόσμο και τα χαρακτηριστικά του,
-Εμπλουτίζει τις γνώσεις του,
-Αποκτά υπευθυνότητα και δεξιότητες συνεργασίας,
-Οικοδομεί αξίες της κοινωνικής ζωής,
-Αποκτά την ικανότητα επιμονής σε μια δραστηριότητα,
-Μαθαίνει να αναγνωρίζει και να κατανοεί τις πράξεις και τα συναισθήματα των άλλων,
-Συνειδητοποιεί τη σημασία αλλά και την αποτελεσματικότητα της συλλογικής προσπάθειας,
-Μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις κ.α.
Το παιχνίδι μπορεί να γίνει το σημείο επαφής από όπου θα ξεκινήσει η κατανόηση και η επικοινωνία μεταξύ γονέων και παιδιών. Η κατάκτηση αυτή της σχέσης κατανόησης θα αποτελέσει τη βάση για την επικοινωνία στις μετέπειτα ηλικιακές φάσεις (π.χ. εφηβεία).
Έτσι, τα παιδιά παρόλο που μπορούν και παίζουν μόνα τους, έχουν ανάγκη από την παρέα των γονιών ή κάποιου άλλου ατόμου ως συντρόφου στο παιχνίδι τους. Εξάλλου το παιχνίδι δεν αποτελεί πηγή ευχαρίστησης μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους γονείς. Ρόλος των γονιών είναι να διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να παίξει ελεύθερα και αυθόρμητα, χωρίς να επιβάλλουν τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες αλλά ενθαρρύνοντας τον αυθορμητισμό και την πρωτοβουλία του παιδιού.

Συμπεραίνουμε ότι, η παρουσία παιχνιδιού στα παιδιά θεωρείται ένδειξη ψυχικής υγείας και η απουσία του μπορεί να αποτελέσει ένδειξη κάποιας ψυχικής δυσλειτουργίας τόσο σε προσωπικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Στην περίπτωση λοιπόν που οι γονείς παρατηρήσουν κάποια δυσκολία ή ακόμη και απουσία του παιχνιδιού, η γνώμη ενός ειδικού μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμη.


InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Σχέσεις Εξάρτησης

Συχνά στο οικογενειακό περιβάλλον, στις ερωτικές και φιλικές σχέσεις συναντάμε άτομα που δεν μπορούν να ζήσουν, χωρίς την παρουσία αυτών των ανθρώπων που ονομάζουν μέρος του εαυτού τους ή που δεν κάνουν τίποτα με ευχαρίστηση, αν αυτοί δεν συμφωνούν με την επιλογή τους, εκδηλώνουν νοσηρή εξάρτηση από τα αγαπημένα τους πρόσωπα, όπου πιο συγκεκριμένα ονομάζεται συναισθηματική εξάρτηση.
Η συναισθηματική εξάρτηση είναι μία ψυχική κατάσταση, κατά την οποία δύο ή περισσότερα άτομα χάνουν τα όρια μεταξύ του εαυτού τους και του άλλου, με τον οποίο σχετίζονται και δεν μπορούν να διακρίνουν τι είναι δικό τους και τι όχι. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της κατάστασης είναι να μπερδεύουν τις επιθυμίες τους με τις επιθυμίες του άλλου ή τα συναισθήματά τους με τα συναισθήματα του άλλου.
Η επιθυμία του αγαπημένου προσώπου γίνεται δική τους επιθυμία, ενώ παράλληλα φορτώνονται και τα δικά του συναισθήματα, τα οποία στην καλύτερη περίπτωση είναι φόβοι, αγωνίες, στεναχώριες, ενώ στη χειρότερη είναι συμπλέγματα προσωπικής φύσης, τα οποία ασφαλώς ενέχουν ψυχολογικά τραύματα και εσωτερικές συγκρούσεις ποικίλου περιεχομένου. Η συναισθηματική εξάρτηση γίνεται αιτία ψυχικών επιμολύνσεων, οι οποίες φυσικά εκθέτουν σε διάφορους κινδύνους τον καθένα από μας.
Η υγιής εξάρτηση της αγάπης όμως είναι διαφορετική από την συναισθηματική εξάρτηση. Κάποια άτομα αναπτύσσουν εξαρτημένη προσωπικότητα. Κάτι που μπορεί να οφείλεται σε ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον όπου μεγάλωσαν με απόντες ή απορριπτικούς γονείς που δεν τους πρόσφεραν την αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια που χρειάζονταν καθώς σε συναισθηματικά κενά του ίδιου του ατόμου, στην έλλειψη αυτοπεποίθησης και κατ' επέκτασην σε χαμηλή αυτοεκτίμηση .
Ο άνθρωπος με εξαρτημένη προσωπικότητα έχει την βαθιά πεποίθηση ότι δεν μπορεί να πορευτεί μόνος. Δεν έχει μάθει να καλύπτει τις βασικές του συναισθηματικές ανάγκες αυτόνομα και βασίζεται αποκλειστικά στους άλλους για να πετύχει μια εσωτερική ισορροπία. Δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και έχει παθητική στάση στην αντιμετώπιση πρακτικών προβλημάτων, ζητώντας από τους άλλους να τα λύσουν γι' αυτόν. Φοβάται τη μοναξιά και θα κάνει οτιδήποτε για να την αποφύγει ενώ παράλληλα δημιουργεί σχέσεις ωθούμενος από τον φόβο της μοναξιάς.
Χαρακτηριστικά σημάδια εξάρτησης στο άτομο

  • Δυσκολία λήψης καθημερινών αποφάσεων χωρίς τις συμβουλές και τη διαβεβαίωση από άλλους κάτι το οποίο έχει ανάγκη σε υπερβολικό βαθμό
  • Έχει ανάγκη να αναλαμβάνουν οι άλλοι την ευθύνη για τους περισσότερους από τους μείζονες τομείς της ζωής του
  • Ασχολείται έντονα και εξωπραγματικά με το φόβο της εγκατάλειψης ένα συναίσθημα που ακινητοποιεί το άτομο και του προκαλεί πανικό
  • Το άτομο νιώθει δυσαρέσκεια στην καθημερινότητά του ή νιώθει ανήμπορο όταν είναι μόνο του, εξαιτίας υπερβολικών φόβων ότι είναι ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του και να χρειάζεται πάντα κάποιον δίπλα του να τον βοηθά και να τον καθοδηγεί
  • Έμμονες ιδέες και συνεχής επικοινωνία στα άτομα που έχουν συνεξάρτηση
  • Φόβος και αποφυγή αποχωρισμού των οικείων προσώπων για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα
  • Η συναισθηματική διάθεση εξαρτάται πάντα από άλλα πρόσωπα οικογενειακού ή φιλικού περιβάλλοντος
  • Φόβος αλλαγής- δυσπροσαρμοστικότητα
  • Παθητικότητα -Αδυναμία λήψης πρωτοβουλιών και αποφάσεων
  • Συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης και επιβράβευσης
  • To άτομο προσπαθεί να ικανοποιεί σε υπερβολικό βαθμό τις ανάγκες και τις επιθυμίες του άλλου προκειμένου να είναι αποδεκτό και να μην το απορρίψει
  • Άρνηση και αποφυγή της αληθείας για τη δυσλειτουργικότητα της σχέσης
  • Διαρκής αναζήτηση ερωτικού παρτενέρ, νέας σχέσης ή συντρόφου
  • Συνεχής ανάγκη σεξουαλικής επαφής
  • Συνεχής ανάγκη επικοινωνίας με το σύντροφο του τηλεφωνικά ή μέσω διαδικτύου
  • Δυσκολία ή αδυναμία να μείνει μόνος/η
  • Το άτομο έχει την ανάγκη να περνάει όλο του το χρόνο μόνο με τον ερωτικό του σύντροφο
  • Επιλογή συντρόφου που είναι καταπιεστικός, μη διαθέσιμος συναισθηματικά, ή προσβλητικός
  • Όταν έχει μια σχέση είναι αποκομμένος ή δυσαρεστημένος, όταν δεν έχει σχέση είναι απελπισμένος και μόνος

Χαρακτηριστικά σημάδια εξάρτησης στις ερωτικές σχέσεις

Τρόποι Αντιμετώπισης
Οι εξαρτητικές σχέσεις συχνά υποδηλώνουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη αυτοπεποίθησης στα άτομα που τη βιώνουν. Συχνά κατά τη παιδική ηλικία καλλιεργείται το αίσθημα του φόβου και της εγκατάλειψης κάτι που επηρεάζει σημαντικά την ενήλικη ζωή. Ένα άλλο σημαντικό παράγοντα αποτελεί η ύπαρξη ενός ψυχικού τραύματος κατά τη παιδική ηλικία που το άτομο τείνει να καλύψει δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης, μη θέλοντας να βιώσει και να αντιμετωπίσει όλα αυτά που του συμβαίνουν επικεντρώνεται συχνά σ΄ένα πρόσωπο απ' το οποίο εξαρτάται απόλυτα συναισθηματικά και ψυχικά.
Η εξάρτηση που βιώνει το άτομο μπορεί να αντιμετωπισθεί με συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας είναι το άτομο να αναγνωρίζει το πρόβλημα και να θέλει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του. Η θεραπεία μπορεί να γίνεται σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. Ιδιάιτερα οφέλιμο θα αποτελέσει η θεραπεία μ' ένα σύμβουλο ψυχικής υγείας ή ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή, όπου μέσα από τη συμβουλευτική και τη ψυχοθεραπεία το ίδιο το άτομο θα αναγνωρίσει τις εξαρτητικές σχέσεις που δημιουργεί αλλά και τα βαθύτερα ψυχικά θέματα που τον οδήγησουν στη δημιουργία τους. Στόχος είναι το άτομο να νιώσει απελευθέρωση, αυτοπεποίθηση και ασφάλεια καθώς και να εκπαιδευτεί εκ νέου στη δημιουργία υγιών σχέσεων.