ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΡΣΗ

         Οι αυξανόμενες απαιτήσεις του κοινωνικού μας ρόλου και οι ραγδαίοι ρυθμοί εξέλιξης της συλλογικής πραγματικότητας, προκαλούν σε πολλούς δυσκολίες προσαρμογής και επίτευξης στο επίπεδο των κοινωνικών τους στόχων με συνέπεια το έντονο άγχος και τα φοβικά συμπτώματα. Αντιμέτωπος με μια απαιτητική ή μη κοινωνική περίσταση, κάθε άνθρωπος μπορεί να βιώσει κάποια στιγμή έντονη ντροπή, φόβο ή αγωνία, όντας στο επίκεντρο κριτικής ή και αποδοκιμασίας από τρίτους, λόγω κάποιου σφάλματος ή παρανόησης. Όταν αυτή η φορτική ψυχοσυναισθηματική κατάσταση επαναλαμβάνεται συχνά και βιώνεται σε υπερβολικό βαθμό και χωρίς αντικειμενικό λόγο προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις στη καθημερινή ζωή και τη λειτουργικότητα του ατόμου, τότε ίσως πρέπει να διαγνωστεί Κοινωνική Φοβία και να αντιμετωπιστεί με συστηματικό και μεθοδευμένο τρόπο.

         Αυτού του είδους η φοβία αφορά στις καθημερινές κοινωνικές περιστάσεις και είναι κατά βάση υπερβολική και παράλογη. Το άτομο που τη βιώνει σε παθολογικό βαθμό, κυριαρχείται απ’τη βεβαιότητα πως θα έρθει σε άβολη, ντροπιαστική θέση ενώπιων άλλων που θα τον επικρίνουν αυστηρά. Μπορεί να εμφανίζεται κατά τη συνομιλία με έναν ‘’σημαντικό άλλο’’, τη δημόσια εκφορά λόγου, την αυτοπαρουσίαση σε αγνώστους, τη συμμετοχή σε δημόσιες εκδηλώσεις (γιορτές, συγκεντρώσεις), κατά το γεύμα ή όποια άλλη συνήθη δραστηριότητα σε δημόσια θέα.

         Η έκθεση στην οδυνηρή για το άτομο κοινωνική περίσταση προκαλεί ποικίλα συμπτώματα που εντείνουν τη δυσλειτουργική αυτοεικόνα του. Σε σωματικό επίπεδο είναι πιθανό να εμφανίσει εφίδρωση, τρεμούλιασμα, ταχυκαρδία και ζάλη ή δύσπνοια, συμπτώματα που ομοιάζουν μ’αυτά της Κρίσης Πανικού. Στη συμπεριφορά του διάχυτη είναι η νευρικότητα, η μειωμένη δραστηριότητα, η αποφυγή συνομιλίας ή/και βλεμματικής επαφής , η βιασύνη και η πιθανή εσπευσμένη εγκατάλειψη του χώρου.

         Για να αποφύγει την αναβίωση τέτοιου τύπου συμπτωμάτων, ο ασθενής επιλέγει σταδιακά να μην εμπλέκεται σε αγχογόνες κοινωνικές περιστάσεις, υπονομεύοντας περεταίρω τη λειτουργικότητα του και ανατροφοδοτώντας το φαύλο κύκλο της διαταραχής, οδηγούμενος κατά συνέπεια στη κοινωνική απόσυρση/απομόνωση. Η διαδικασία αυτή του στερεί τη δυνατότητα να εμπλακεί σε ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις αλλά και σε ωφέλιμες γνωριμίες που θα τον βοηθούσαν στο επίπεδο της επαγγελματικής δικτύωσης. Τελικά, η αποφευκτική στάση του ατόμου με κοινωνική φοβία επιφέρει μείωση της αυτοεκτίμησης και της δυνατότητας να βιώσει ευχάριστα συναισθήματα στη καθημερινότητα οδηγώντας σε παρατεταμένη καταθλιπτική διάθεση.

       Η Κ.Φ. είναι η δεύτερη πιο συχνή διαταραχή άγχους μετά την αγοραφοβία και συναντάται εξίσου και στα δύο φύλα. Εμφανίζεται συνήθως από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, περίοδος όπου αναμένεται έντονη κοινωνικοποίηση του νέου ατόμου. Το κοινωνικοφοβικό άτομο παρουσιάζει κατά κανόνα και άλλα προβλήματα ψυχολογικής φύσης, όπως έντονο στρες και διαταραχές της διάθεσης. Απαραίτητη κρίνεται η αναγνώριση του προβλήματος από το άτομο, η στήριξη του άμεσου περιβάλλοντος και η αναζήτηση της κατάλληλης θεραπείας.

Ραμπαλάκος Γιάννης – Ψυχολόγος