header-ps1

ΓΡΑΜΜΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ 2810390708

Η επίδραση της κοινωνικο- οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία είναι αξιοσημείωτη. Η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία,  η υπερχρέωση και η στεγαστική αβεβαιότητα αποτελούν ενδεικτικές καταστάσεις της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας, που συντελούν στην ενίσχυση ενός γενικευμένου αισθήματος  ανασφάλειας, αβοηθησίας και αβεβαιότητας. Εν μέσω τέτοιων περιόδων έχει παρατηρηθεί το εξής «παράδοξο»: Ενώ οι απαιτήσεις σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας αυξάνονται, εξαιτίας των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, η παροχή τους μειώνεται. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τηλεφωνικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας συχνά καλούνται να καλύψουν αυτό το κενό, η απήχηση των οποίων είναι ευρεία κυρίως λόγω του χαμηλού τους κόστους, της εύκολης πρόσβασης καθώς και της διασφάλισης της ανωνυμίας. Η τηλεφωνική συνομιλία λοιπόν, λειτουργεί αφενός ως μέσο αποφόρτισης εντάσεων και αφετέρου ως κανάλι διοχέτευσης επιστημονικά έγκυρων πληροφοριών σχετικά με ζητήματα που άπτονται της ψυχικής υγείας με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ψυχοπαθολογίας που πιθανόν να αναδύεται.
 
Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα και διαπιστώνοντας την έλλειψη τέτοιου είδους υπηρεσιών στην τοπική κοινωνίας της Κρήτης, η Ο.Ε.Β.Ε.Ν.Η προέβη το 2012 στην σύσταση της Γραμμής Ψυχολογικής Υποστήριξης (2810-390708). Παρά το γεγονός πως ο αρχικός σχεδιασμός της Γραμμής αφορούσε στα μέλη της ομοσπονδίας και στις οικογένειες αυτών, στα χρόνια λειτουργίας της υπηρεσίας, αναδείχθηκε η ανάγκη εξυπηρέτησης αιτούντων υποστήριξης τόσο από της ευρύτερη κοινωνίας της Κρήτης, όσο και από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο.
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης λειτουργεί από Δευτέρα έως Παρασκευή, 10:00 – 14:00, με αστική χρέωση από σταθερά και κινητά. Στελεχώνεται από ψυχολόγο και διασφαλίζεται το απόρρητο των συνομιλιών. 
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης παρέχει: 
  • Ψυχολογική και συναισθηματική στήριξη 
  • Συμβουλευτική
  • Επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφόρηση γύρω από ζητήματα που αφορούν στην ψυχική υγεία και ασθένεια
  • Ενημέρωση και πιθανή παραπομπή σε Δημόσιες Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για περαιτέρω βοήθεια
Αρχές λειτουργίας της Γραμμής
  • Οι συνομιλίες δεν καταγράφονται και είναι εμπιστευτικές.
  • Δεν ζητείται κανένα άλλο προσωπικό στοιχείο πέρα από εκείνα που είναι απαραίτητα τόσο για την παροχή της κατάλληλης υποστήριξης, όσο και την διεξαγωγής συμπερασμάτων με σκοπό την βελτίωση των υπηρεσιών της Γραμμής
  • Ο χειρισμός των θεμάτων διέπεται πάντα από σεβασμό στην προσωπικότητα, την διαφορετικότητα και στα δικαιώματα του ανθρώπου που καλεί. 
Σε ποιους απευθύνεται;
 
Η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης απευθύνεται σε οποιονδήποτε νιώθει την ανάγκη να μιλήσει και να ζητήσει υποστήριξη για ζητήματα ψυχικής υγείας που απασχολούν τον ίδιο ή πρόσωπα του περιβάλλοντός του. 

Πώς επηρεάζει η κοινωνική φοβία την καθημερινή ζωή του ατόμου;

Όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε το αίσθημα ντροπής κα του άγχους όταν βρισκόμαστε σε καινούργιες κοινωνικές καταστάσεις ή όταν πρέπει να παρευρεθούμε σε ένα μέρος γεμάτο κόσμο, αλλά μόλις ξεπεράσουμε τον αρχικό δισταγμό συνήθως βρίσκουμε την εμπειρία ευχάριστη. Επίσης, θα έχουν συμβεί στιγμές να αισθανόμαστε έντονη ανησυχία όταν πρόκειται να δώσουμε μια ομιλία ή να παρουσιάσουμε μια εργασία στον επαγγελματικό μας χώρο. Κάτι τέτοιο ασφαλώς δεν συγκαταλέγεται στις φοβίες, αλλά σε καθημερινές περιστάσεις της ζωής και σε φυσιολογικές ανθρώπινες αντιδράσεις. Το άγχος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μάλλον λειτουργικό, καθότι συμβάλει σε μια καλύτερη επίδοση και μας κινητοποιεί να επιτύχουμε το στόχο μας. Για τα άτομα όμως που υποφέρουν από κοινωνική φοβία αυτό το φυσιολογικό και δικαιολογημένο άγχος παίρνει άλλες διαστάσεις.


Κοινωνική Φοβία ή Κοινωνικό Άγχος


Ως φοβία θεωρείται η κάθε μη ρεαλιστική και συνήθως ακραία αντίδραση φόβου που προκαλείται αυτόματα, δεν μπορεί να ελεγχθεί με τη θέλησή μας και οδηγεί σε μια αποφευκτική συμπεριφορά. Τα άτομα που υποφέρουν από φοβίες έχουν επίγνωση της υπερβολής τους, άσχετα αν δεν μπορούν να την ελέγξουν.
Το κοινωνικό άγχος μπορεί να περιορίζεται σε ένα μόνο είδος κοινωνικών καταστάσεων (π.χ. μόνο όταν απαιτείται από το άτομο να αναλάβει δραστηριότητα μπροστά σε κοινό) ή να εμφανίζεται σε κάθε είδους κοινωνική συναναστροφή. Η κοινωνική φοβία αναφέρεται στο φόβο του ατόμου ότι θα γίνει αντικείμενο παρατήρησης και κριτικής από τους γύρω του. Το άτομο που υποφέρει από κοινωνική φοβία αισθάνεται ότι στις κοινωνικές του συναναστροφές αποτελεί το επίκεντρο της προσοχής, ότι οι γύρω του παρατηρούν και σχολιάζουν αρνητικά τα λόγια, τις πράξεις του και γενικά την παρουσία του, γεγονός που του προκαλεί άγχος και ντροπή.
Η κοινωνική φοβία συγκαταλέγεται στις αγχώδης διαταραχές. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα αυτά είναι τόσο έντονα που μας απασχολούν πάντα σε καταστάσεις στις οποίες θεωρούμε ότι γινόμαστε αντικείμενο κριτικής και παρατήρησης από τους άλλους και τις οποίες οι άλλοι αντιμετωπίζουν με λιγότερο άγχος. Το άτομο ταράζεται πολύ στην ιδέα και φοβάται ότι θα βρεθεί σε αμηχανία από κάτι που δεν κάνει σωστά το ίδιο ή επειδή θα το σχολιάσουν οι άλλοι ακόμα κι όταν κάνει κάτι με το σωστό τρόπο. Βασικό χαρακτηριστικό των ατόμων αυτών είναι ο έντονος φόβος κριτικής και ταπείνωσης. Σκέφτεται ότι οι άλλοι θα τον παρατηρούν, θα εξετάζουν προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αναμένει ότι θα γελοιοποιηθεί, θα υποτιμηθεί, και ότι οι άλλοι θα κάνουν προσβλητικά και αποδοκιμαστικά σχόλια και όταν μπορεί αποφεύγει αυτές τις καταστάσεις.
Συχνά ακόμα αισθάνεται θλίψη, μοναξιά και ότι είναι αποκομμένο από τους άλλους, κάτι ωστόσο φυσιολογικό και αναμενόμενο αφού και το ίδιο αποφεύγει την αλληλεπίδραση μαζί τους. Επίσης, τα άτομα με κοινωνική φοβία έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, μειωμένη αυτοπεποίθηση και αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους. Σκέφτονται ότι δεν έχουν τις κοινωνικές δεξιότητες που οι άλλοι έχουν για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τέτοιες καταστάσεις. Πιστεύουν ότι όλοι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα σε διάφορους τομείς της ζωής τους ενώ για τον εαυτό τους πιστεύουν ότι κάνουν συνέχεια και μόνο λάθη, κυρίως στις συναναστροφές τους με άλλους ανθρώπους. Ωστόσο συχνά αναγνωρίζουν ότι το άγχος τους και οι φόβοι τους είναι υπερβολικοί αλλά παραβλέπουν τις εμπειρίες στις οποίες τα έχουν καταφέρει εξίσου καλά με τους άλλους και εμμένουν στις ίδιες δυσλειτουργικές και στρεσογόνες σκέψεις.


Υπάρχουν 2 κατηγορίες κοινωνικής φοβίας .

Η πρώτη κατηγορία είναι η ειδική κοινωνική φοβία όπου το άτομο φοβάται να προβεί σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, όταν το παρατηρούν άλλα πρόσωπα, π.χ. πολλά άτομα αποφεύγουν να τρώνε μπροστά σε τρίτους, να γράφουν, να μιλάνε μπροστά σε κοινό, να απευθύνονται σε άτομα κύρους κ.α. Η δεύτερη κατηγορία είναι η γενικευμένη κοινωνική φοβία όπου το άτομο φοβάται την κριτική από τρίτους σε μια πληθώρα καταστάσεων της καθημερινής ζωής.
Η κοινωνική φοβία παρατηρείται συχνά τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Έρευνες δείχνουν ότι 3% ως 13% των ανθρώπων εμφανίζουν αυτή τη διαταραχή κατά την διάρκεια της ζωής τους. Τις περισσότερες φορές η κοινωνική φοβία εμφανίζεται στις ηλικίες από 5 έως 13 χρονών, ωστόσο αρκετές φορές εμφανίζεται και μετά τα 25 χρόνια.

Οι Αιτίες Εκδήλωσης της Κοινωνικής Φοβίας
• Τραυματικά γεγονότα. Το άτομο σκέφτηκε ή παρατήρησε ότι οι άλλοι φέρονται υποτιμητικά σε αυτό κατά τη διάρκεια μιας δραστηριότητας με αποτέλεσμα να αξιολόγησε ως αρνητική την εμπειρία και έκτοτε να αποφεύγει παρόμοιες καταστάσεις.
• Μίμηση προτύπων. Το άτομο έμαθε να φοβάται ορισμένες καταστάσεις παρατηρώντας τις αντιδράσεις και υιοθετώντας τις αντιλήψεις άλλων προσώπων κυρίως εκείνων που θεωρεί σημαντικά στη ζωή του.
• Υπάρχουν ενδείξεις ότι παίζουν ρόλο, μεταξύ άλλων παραγόντων, και η γονιδιακή προδιάθεση του ατόμου
Συνήθη Συμπτώματα
Όταν ένα άτομο εκτίθεται στο φοβικό του αντικείμενο ή σε μια φοβική του κατάσταση, τότε παρατηρούνται μία σειρά από σωματικές, συμπεριφοριστικές γνωστικές και συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως ακριβώς και σε μία έντονη κρίση άγχους/πανικού. Με άλλα λόγια, το σώμα καλείται να βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα και να είναι προετοιμασμένο για άμεση αποφυγή και φυγή.
Συνεπώς, κάθε φορά που το άτομο εκτίθεται κοινωνικά εκδηλώνει συγκεκριμένες:
Σωματικές αντιδράσεις: όπως το κοκκίνισμα του προσώπου, η ναυτία ,ο εμετός, η συχνουρία, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση, ο κόμπος στο λαιμό, οι κράμπες στο στομάχι και αδυναμία ελέγχου της αναπνοής.
Συμπεριφοριστικές αντιδράσεις: πχ η αποφυγή ή η φυγή από την κατάσταση που προκαλεί φόβο
Γνωστικές αντιδράσεις: πχ σκέψεις του τύπου «Τώρα θα πεθάνω», «Θα λιποθυμήσω μέσα στον κόσμο και θα γίνω ρεζίλι» κ.ά.
Συναισθηματικές αντιδράσεις: Κινητοποιούνται πολλά και επώδυνα συναισθήματα όπως φόβος, θυμός, απόγνωση κ.ά.
Όταν τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται σε συνάρτηση με καθημερινές καταστάσεις που δεν είναι αλλά βιώνονται ως «απειλητικές», τότε η ψυχική οδύνη είναι μεγάλη. Η κοινωνική φοβία μπορεί να συνυπάρχει με κατάθλιψη ,διαταραχή πανικού και άλλες φοβίες
Πώς Αντιμετωπίζεται;
Ο πιο αποτελεσματικός και ενδεδειγμένος τρόπος για την αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας είναι η Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία. Η Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία αφορά στην τροποποίηση τόσο του τρόπου σκέψης του ατόμου όσο και της συμπεριφοράς του.
Σχετικά με τον τρόπο σκέψης του το άτομο θα προσπαθήσει με την βοήθεια του ψυχολόγου, να αντικαταστήσει τις δυσλειτουργικές σκέψεις του, με ρεαλιστικές σκέψεις, στηριζόμενες στην αντικειμενική πραγματικότητα. Μέσα από τη Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία γίνεται προσπάθεια να αναδομηθεί η αντίληψη του ατόμου ότι οι γύρω του το κρίνουν και το παρατηρούν διαρκώς.
Στόχος είναι να συνειδητοποιήσει το άτομο ότι αυτή του η αντίληψη δεν είναι ρεαλιστική και να την αντικαταστήσει με μια αντίληψη που να ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, μια ρεαλιστική δηλαδή αντίληψη.
Η Γνωσιακή - Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο στις σκέψεις, όσο και στη συμπεριφορά του ατόμου. Μέσα από τη θεραπεία το άτομο μαθαίνει τεχνικές ώστε να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του με επιτυχία. .

Ζησίμου Βασιλική - Σύμβουλος ψυχικής υγείας

InterNus - Κέντρο Συμβ/κής & Ψυχ/πείας

Ζήλεια: Αντιμετωπίζεται;

Η ζήλεια είναι ένα ισχυρό συναίσθημα που όλοι έχουμε βιώσει κάποια στιγμή στη ζωή μας. Στην πιο ήπια μορφή της, η ζήλεια μπορεί να είναι μια προσωρινή κατάσταση που πυροδοτείται από μια εκλαμβανόμενη απειλή προς μια σημαντική σχέση. Στην πιο παθολογική της μορφή, μπορεί να γίνει διαρκής, ψυχοφθόρα και καταστροφική προς τη σημαντική σχέση. Τα άτομα διαφέρουν ως προς τον τρόπο που βιώνουν τη ζήλεια, με βάση παράγοντες όπως εμπειρίες του παρελθόντος, αυτοεκτίμηση, ταυτότητα και εικόνα του εαυτού, αισθήματα αυταξίας και βασική εμπιστοσύνη. Πέρα από το προσωπικό κόστος, η ζήλεια μπορεί να έχει σοβαρές διαπροσωπικές επιπτώσεις.
Η συστημική- οικογενειακή θεωρία και πρακτική, όπως εκφράζεται στο έργο των Erickson, Haley, Watzlawick, Weakland, και Fisch, παρέχει ένα συνεκτικό μοντέλο για την κατανόηση της ζήλειας. Οι Watzlawick κά., δείχνουν πώς μπορεί να ενεργοποιηθεί ένα σύστημα ζήλειας και πώς μπορεί να διατηρηθεί και να διαιωνίζεται μέσα από τις λύσεις που δοκιμάζονται και από τους δύο συντρόφους. Περιγράφουν μια γυναίκα που νιώθει ότι ο άνδρας της δεν μοιράζεται αρκετά πράγματα μαζί της. Δείχνουν ότι η λύση της γυναίκας να ρωτά συνέχεια τον άνδρα μπορεί να κάνει τον άνδρα να κατακρατά τις πληροφορίες ακόμα πιο πολύ. Η λύση που δοκιμάζει, να κατακρατά πληροφορίες, οδηγεί σε πιο επίμονες προσπάθειες της γυναίκας να "εξακριβώσει", και τελικά οδηγεί σε περισσότερη ζήλεια και καχυποψία. Το παράδειγμα αυτό δείχνει πώς μπορεί να εδραιωθεί ένα παιχνίδι χωρίς τέλος. Η ζηλιάρα σύντροφος βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου δεν μπορεί ποτέ να νικήσει, αφού το να ρωτά οδηγεί σε μια θυμωμένη απόκρυψη ή σε εκβιαζόμενη καθησύχαση η οποία τελικά δεν καθησυχάζει. Ο μη ζηλιάρης σύντροφος παγιδεύεται επίσης σε μια κατάσταση όπου δεν μπορεί να νικήσει, αφού κατακρατώντας πληροφορίες αυξάνει τη δυσπιστία.
Ένας άλλος φαύλος κύκλος είναι αυτός όπου το μέλος που ζηλεύει σταδιακά βυθίζεται σε μια θέση κατώτερη στην ιεραρχία του ζευγαριού, ενώ το μέλος που δε ζηλεύει ανέρχεται, αντιστρόφως ανάλογα σε μια θέση ανώτερη ιεραρχικά και είναι εκείνο που κατέχει την εξουσία και τον έλεγχο τελικά στη σχέση. Αυτή η συμπληρωματική σχέση, όταν μεγεθυνθεί, έχει ως επακόλουθο ο ένας σύντροφος να υποτιμάται και ο άλλος να υπερεκτιμάται.
Στην καθημερινή θεραπευτική πρακτική με ζευγάρια χρησιμοποιούνται τεχνικές κοινής λογικής, όπως π.χ. η διευκόλυνση του ζευγαριού να επικοινωνήσει πιο ανοιχτά, να κατανοήσει τις ανάγκες και τα συναισθήματα ο ένας του άλλου, η διευκρίνιση θεμάτων, και η διόρθωση παρεξηγήσεων και διαστρεβλώσεων. Όταν μια τέτοια πρακτική δεν βοηθήσει στην τροποποίηση του προβλήματος, όταν π.χ. οι φαύλοι κύκλοι κλιμακωθούν ή επιδεινωθούν ή όταν οι άμεσες μέθοδοι αποτύχουν, τότε χρειάζονται πιο δραστικές παρεμβάσεις.
Διευκρίνιση και καθησυχασμός:
Όταν δεν υπάρχει απειλή για τη συζυγική σχέση, η πιο απλή και άμεση προσέγγιση για το πρόβλημα της ζήλειας είναι να αναγνωριστούν τα θέματα και να καθησυχαστεί ο ζηλιάρης σύντροφος ότι οι φόβοι του είναι αβάσιμοι. Όταν διευκρινίζονται τα θέματα είναι σημαντικό να εξετάζονται οι "υποψίες" του ζηλιάρη. Συχνά σε μια κατάσταση αποδίδονται περισσότερα από όσα υπάρχουν.
Παραδοχή της ζήλειας:
Μερικές φορές αυτός που ζηλεύει έχει δυσκολία να παραδεχτεί ότι ζηλεύει. Μπορεί να χρησιμοποιεί μια τακτική σκόπιμης απόκρυψης των αληθινών συναισθημάτων και ανησυχιών του ενώ θέτει δήθεν αδιάφορα "κλεφτά" ερωτήματα. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια προσέγγιση επικοινωνίας η οποία τονίζει την αξία που έχει να αναγνωρίζει κανείς τα συναισθήματα του και να κάνει καθαρές δηλώσεις τύπου "σε πρώτο πρόσωπο". Το να γίνεται το πρόβλημα ρητό μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ενσυναισθητική αντίδραση από τον άλλον σύντροφο, κι έτσι να διευκολυνθεί η επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος ζήλειας.
Περιβαλλοντική Αλλαγή:
Η άμεση, ειλικρινής επικοινωνία από μόνη της συχνά δεν εγγυάται την επίλυση των ζητημάτων ζήλειας. Σε μερικές περιπτώσεις, για να βελτιωθεί η κατάσταση μπορεί να χρειάζεται μια αλλαγή περιβάλλοντος, π.χ. μετακόμιση σε νέα γειτονιά ή λήξη μιας συγκριμένης σχέσης ή απομάκρυνση από το ερέθισμα που προκαλεί το αρνητικό συναίσθημα.
Ενσυνείδητη Ειλικρίνεια:
Δεν είναι ασυνήθιστο ο σύντροφος του ζηλιάρη να κατακρατά πληροφορίες που μπορεί να παρεξηγούνται και να πυροδοτούν μια αντίδραση ζήλειας. Η κατακράτηση πληροφορίας είναι μια προστατευτική στρατηγική που χρησιμοποιείται συχνά αλλά που μπορεί να δράσει σαν μπούμερανγκ αν ο ζηλιάρης σύντροφος ανακαλύψει τις πληροφορίες που αποσιωπήθηκαν. Αν αποκαλυφθεί, η αθώα συνάντηση που δεν αναφέρθηκε από φόβο μιας υπερβολικής αντίδρασης γίνεται απόδειξη ότι πράγματι κάτι σημαντικό συνέβη. Η αποτυχία να αναφερθεί το γεγονός αποκτά ακόμα πιο επικίνδυνη σημασία και η αρχική προσπάθεια να αποφευχθεί μια αντίδραση ζήλειας οδηγεί ακριβώς σε αυτήν την αντίδραση. Τώρα, αυτός που ζηλεύει είναι πεπεισμένος ότι ο σύντροφος του δεν είναι αξιόπιστος. Η ενσυνείδητη ειλικρίνεια στοχεύει στην αντιμετώπιση αυτής της επίπτωσης μπούμερανγκ που έφερε η απόκρυψη. Έτσι, συστήνεται στον σύντροφο να γίνει όσο γίνεται πιο ειλικρινής και πολύ λεπτομερής σχετικά με την ημέρα του γεγονότος και να πλημμυρίσει τον ζηλιάρη με εξαντλητικές πληροφορίες. Επειδή ο ζηλιάρης τείνει να νιώθει αποκλεισμένος και να υποψιάζεται ότι κάθε είδους μυστικά γεγονότα έχουν συμβεί, η προσέγγιση να πλημμυριστεί με λεπτομέρειες μπορεί να καταφέρει να διαλύσει τις υπάρχουσες υποψίες.
Η Τεχνική της Προσποίησης:
Κατά κανόνα, η συμπεριφορά ζήλειας, με τα σύνοδα χαρακτηριστικά της όπως απαιτήσεις, ανάκριση, γκρίνια, συνεχή ανεύρεση λαθών, προκαλεί μια αρνητική αντίδραση από τον σύντροφο. Αν ένας άνθρωπος που ζηλεύει μπορεί να ελέγχει τη συμπεριφορά ζήλειας και να δρα με τρόπο που δε δείχνει ζήλεια, τα αισθήματα ζήλειας μπορούν να διαλυθούν με τον καιρό. Αν αυτός που ζηλεύει μπορέσει να δεχτεί αυτήν την ιδέα σαν μια δυνατή κατασκευή και μπορέσει να μάθει να "παίζει" το ρόλο ενός ανθρώπου που δεν ζηλεύει, αυτή η φαινόμενη αλλαγή μπορεί να εκλύσει μία πιο ευνοϊκή συμπεριφορά από τον άλλο σύντροφο και ο ζηλιάρης μπορεί, με τη σειρά του, να καταλήξει να νιώθει πιο ασφαλής και να σκεφτεί πιο λογικά ακολουθώντας αυτήν την αλλαγή στη συμπεριφορά.
Αναπλαισίωση:
Η αλλοίωση της γλώσσας της ζήλειας μπορεί να έχει επιπτώσεις στην αντίληψη που έχει το ζευγάρι για τη ζήλεια. Οι λέξεις προσδίδουν έννοια γι' αυτό αν λέξεις όπως «παρανοϊκός», «κυριαρχικός», «παράλογος» αντικατασταθούν με λέξεις διαφορετικού νοήματος, όπως «παθιασμένος», «πιστός», «ρομαντικός» κλπ, η ίδια κατάσταση της ζήλειας μπορεί να αναπλαισιωθεί σε κάτι θετικό.
Προφανώς οι καταστάσεις της πραγματικής ζωής είναι πολύ πιο περίπλοκες, και η ζήλια μπορεί να είναι μόνο μια πλευρά από τις δυσκολίες του ζευγαριού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί η αντιμετώπιση μόνο της ζήλιας να είναι αρκετή για να αποκατασταθεί μια ικανοποιητική συζυγική σχέση. Σε άλλες περιπτώσεις, το ζήτημα της ζήλιας μπορεί να χρησιμεύσει σαν σημείο εισόδου σε ένα ευρύτερο σύστημα, επιτρέποντας την αντιμετώπιση ευρύτερων θεμάτων.

 

      ΚΟΝΙΔΑΚΗ ΕΛΠΙΔΑ - ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ

                                                                    InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Μιλώντας στα παιδιά για τον θάνατο

Μια από τις πιο δύσκολες καταστάσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ως γονείς είναι η πληροφόρηση του παιδιού μας για τον θάνατο ενός αγαπημένου ή οικείου προσώπου (όπως π.χ. ο θάνατος του παππού). Οι περισσότεροι γονείς αναρωτιούνται για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να μιλήσουν στα παιδιά για το θάνατο, τι να πουν και τι να μην πουν, ποιες είναι οι πιο σωστές λέξεις και γενικότερα ποια μορφή συζήτησης να ακολουθήσουν καθότι ανησυχούν μήπως φοβίσουν τα παιδιά μιλώντας τους για το θάνατο ή μήπως διαταράξουν τον συναισθηματικό τους κόσμο και τους προκαλέσουν εφιάλτες. Η αλήθεια όμως είναι ότι ήδη τα παιδιά γνωρίζουν περισσότερα για το θάνατο από όσα νομίζουν οι γονείς καθώς έρχονται σε επαφή μαζί του από πολύ νωρίς στην παιδική τους ηλικία μέσα από την καθημερινότητά τους (για παράδειγμα μέσα από τα παραμύθια, τα κινούμενα σχέδια, ειδήσεις κ.α.).
Το ερώτημα όμως που τίθεται εδώ είναι τι γνωρίζουν ακριβώς τα παιδιά για το θάνατο;
Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά κατανοούν και ερμηνεύουν το θάνατο με το δικό τους μοναδικό τρόπο ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Έτσι λοιπόν τα παιδιά μέχρι 5 ετών αντιλαμβάνονται το θάνατο ως ένα αναστρέψιμο και προσωρινό γεγονός. Πιστεύουν ότι αυτός που πέθανε κάποια στιγμή θα επιστρέψει και ότι εκεί που βρίσκεται μπορεί να σκέφτεται, να αισθάνεται κ.τ.λ. Ανάμεσα στην ηλικία των 5 με 9 ετών τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα και το αναπόφευκτο του θανάτου. Παρόλα αυτά η ιδέα του θανάτου τείνει να προσωποποιείται. Πιστεύουν ότι είναι κάτι που δεν αφορά τους ίδιους. Μετά την ηλικία των 9 με 10 ετών αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο θάνατος είναι κάτι που αφορά και τους ίδιους αλλά και τους οικείους τους και ότι είναι τελικά ένα γεγονός μη αναστρέψιμο και ότι συνεπάγεται παράλληλα την παύση όλων των λειτουργιών του σώματος.
Πως μπορούμε όμως τελικά ως ενήλικες αλλά και ως γονείς να έρθουμε πιο κοντά στο παιδί που βιώνει την απώλεια και πενθεί και με ποιο τρόπο μπορούμε να είμαστε πιο υποστηρικτικοί και να το βοηθήσουμε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή;
Το πρώτο που μπορεί να προσφέρει ο γονέας στο παιδί που πενθεί είναι να το ενημερώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια για το θάνατο. Το λεξιλόγιο που θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει πρέπει να είναι απλό και ο τρόπος που θα μιλήσει πρέπει να είναι σαφής και κυριολεκτικός. Προτείνεται να αποφεύγονται εκφράσεις όπως «έφυγε» ή «χάθηκε» προκειμένου να αποφευχθούν οι παρερμηνείες από τα παιδιά. Για να επιτύχει ο γονέας μια καλή και εποικοδομητική επικοινωνία με το παιδί, μπορεί να αρχίσει μιλώντας για αυτά που γνωρίζει και για αυτά που θέλει να μάθει το παιδί, συνυπολογίζοντας πάντα το αναπτυξιακό του στάδιο προκειμένου να μπορεί να καταλάβει και να κατανοήσει το περιεχόμενο της συζήτησης. Σε κάθε περίπτωση, κάθε άλλο παρά βοηθητική μπορεί να αποβεί η απόκρυψη του γεγονότος ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών καθώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι κάτι κακό έχει συμβεί μέσα από τις δικές μας αντιδράσεις και από τις αλλαγές στη συναισθηματική μας κατάσταση και στη συμπεριφορά μας. Έτσι είναι πιθανό να παρερμηνεύσουν την κατάσταση και να δώσουν τις δικές τους εσφαλμένες εκτιμήσεις. Έρευνες έχουν δείξει πως τα παιδιά που ενημερώνονται για το θάνατο, με τον κατάλληλο τρόπο πάντα, έχουν καλύτερη προσαρμογή και ωριμάζουν κοινωνικά πολύ περισσότερο από τα παιδιά στα οποία έχει αποκρυφτεί ο θάνατος.
Έπειτα θεωρείται σημαντικό για ένα παιδί να αναγνωρίσει, να κατονομάσει και να κατανοήσει τα έντονα και ποικίλα συναισθήματα που βιώνει εξαιτίας της απώλειας. Όπως για παράδειγμα, το συναίσθημα της θλίψης, της οργής, της απόγνωσης κ.α. Αρκετά βοηθητικό, προκειμένου το παιδί να αναγνωρίσει αυτό που συμβαίνει μέσα του και να αρχίσει να το ερμηνεύει ως κάτι φυσιολογικό, είναι ο γονέας να μιλήσει και για τα δικά του συναισθήματα λέγοντας λ.χ. «κι εγώ είμαι λυπημένος και στενοχωρημένος. Εσύ πως αισθάνεσαι;».
Είναι επίσης σημαντικό οι γονείς να κατανοήσουν την ανάγκη και να ενισχύσουν την προσπάθεια των παιδιών να θυμούνται το άτομο που πέθανε με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα μέσα από ζωγραφιές ή ένα γράμμα για τον θανόντα, συνέχιση μιας αγαπημένης δραστηριότητα του θανόντα, συζήτηση και αφήγηση ιστοριών κ.α.
Απαραίτητο δε, θεωρείται να καθησυχάσουν το παιδί και να του δείξουν ότι ο θάνατος ενός κοντινού ανθρώπου δε σημαίνει το τέλος κάθε ευτυχίας και ότι θα συνεχίσει να έχει δίπλα του ανθρώπους που θα το αγαπούν και θα το φροντίζουν. Στόχος του γονέα είναι να μάθει στο παιδί ότι στη ζωή χωρούν μαζί χαρούμενες και λυπηρές στιγμές και σκοπός είναι να τις αποδεχόμαστε όλες.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς όταν καλούνται να απαντήσουν στις απορίες των παιδιών;
Ο Charles A. Corr (ο οποίος έχει ασχοληθεί αρκετά με το θάνατο και το πένθος που βιώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι) προτείνει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για το πώς μιλούμε και απαντούμε στις ερωτήσεις των παιδιών που βιώνουν το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.

•Δεν είναι σημαντικό να αναζητούμε σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα των παιδιών για το θάνατο όσο είναι σημαντική η σχέση που δημιουργούμε μαζί τους.
•Να είμαστε παρατηρητικοί στους μη λεκτικούς και στους συμβολικούς τρόπους επικοινωνίας που χρησιμοποιεί το παιδί, για να μεταφέρει αυτό που νιώθει. Μέσα από τις ζωγραφιές, το παιχνίδι, τη συμπεριφορά του «μιλάει» και εκφράζει όσα δεν ξέρει να πει.
•Να έχουμε ιδιαίτερη υπομονή. Μπορεί να επαναλαμβάνουν το ίδιο ερώτημα σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικούς τρόπους και, συχνά όταν δεν είμαστε διαθέσιμοι.
•Να είμαστε ειλικρινείς και να λέμε την αλήθεια. Το να λέμε την αλήθεια όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να λέμε στο κάθε παιδί όλα όσα ξέρουμε. Να είναι κανείς ειλικρινής με ένα παιδί σημαίνει να του λέει αυτά που εκείνο ζητάει να μάθει εκείνη τη δεδομένη στιγμή, και πάντα προσαρμοσμένα στην ηλικία και στο επίπεδο εξέλιξής του.
•Οι απαντήσεις που δίνουμε στα παιδιά πρέπει να είναι προσαρμοσμένες στις ανάγκες του κάθε παιδιού. Δεν υπάρχουν τυποποιημένες απαντήσεις γύρω από ερωτήσεις όπως: γιατί πέθανε ο παππούς; Τι είναι κηδεία;. Όταν απαντούμε σε ένα παιδί το θέμα δεν είναι να βρούμε καλές απαντήσεις που να ικανοποιούν εμάς αλλά απαντήσεις που να καλύπτουν την ανάγκη του παιδιού να κατανοήσει καλύτερα αυτό που συμβαίνει.
•Να μοιραστούμε με τα παιδιά τις γνώσεις μας, τις εμπειρίες μας, τα συναισθήματά μας αλλά και τις αδυναμίες μας.
•Τέλος, μπροστά σε παιδιά που αισθάνονται ότι γύρω τους χάνεται ο κόσμος, είναι πολύτιμο να είμαστε εκεί, κοντά τους, υποστηρικτικοί και, όσο περισσότερο γίνεται, διαθέσιμοι.

ΜΗΤΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ - ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ
InterNus - ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΜΒ/ΚΗΣ & ΨΥΧ/ΠΕΙΑΣ